Actions

Work Header

της καρδιάς το χτύπο μου, θα τον κάνεις βημαριθμό

Work Text:

Είναι σχεδόν στην έξοδο της βάσης, το εξιτήριο έτοιμο στο χέρι για να το δείξει στον φρουρό όταν τον προλαβαίνουν – βαριές αρβύλες αντηχούν στα μεταλλικά τοιχώματα του Shatterdome. Ο στρατιώτης που στάλθηκε στο κατόπι του χρειάστηκε να τρέξει για να τον προλάβει και τώρα καταρρέει με τα χέρια στα γόνατα, λαχανιασμένος.

«Λαζάρου! Εντολή από τον Διοικητή! Δεν μπορείς να φύγεις! Σε ζητάνε στα αρχηγεία!»

Μα- του το υποσχέθηκε. Ο Καραμανίδης, του το έχει υποσχεθεί: τα μαθήματα τανγκό για ανταλλαγή την άδεια του. Δεν μπορεί να το πάρει πίσω τώρα, όσα Κάιτζου και να ξερνάει ο Έβρος.

Το ξέρει ότι δέχονται επίθεση. Πάντα δέχονται επίθεση. Η μητέρα του Λάζαρου όμως πεθαίνει μια φορά, και αυτή είναι τώρα, αυτά τα Χριστούγεννα.  Και ο Καραμανίδης του το υποσχέθηκε.

Ο στρατιώτης που στάλθηκε – ο Λάζαρος δεν θυμάται το όνομα του, ζήτημα αν έχουν ποτέ ανταλλάξει μια κουβέντα – φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον δισταγμό του, αν και ο Λάζαρος δεν έχει πει τίποτα.

«Λαζάρου, ο υπολοχαγός ζήτησε εσένα συγκεκριμένα! Δεν μπορείς να παρακούσεις την εντολή! Πρέπει να με ακολουθήσεις!»

Ακούει βήματα πίσω του να πλησιάζουν, να σταματάνε με μια ανάσα απόσταση μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να γυρίσει για να κοιτάξει: στρατιώτες σε υπηρεσία βάρδιας, για να επιβάλλουν τις εντολές σε περίπτωση που προσπαθήσει να το σκάσει ή να αντισταθεί.

Αλλά δεν θα χρειαστεί. Ο υπολοχαγός ζήτησε εσένα συγκεκριμένα. Ο Λάζαρος διπλώνει το εξιτήριο του και το φωλιάζει στην τσέπη του πέτου του πριν σταθεί σε στάση προσοχής.

«Σε ακολουθώ, λοιπόν.»

Καθώς απομακρύνεται ξανά μέσα στα βάθη του Shatterdome, εκμεταλλεύεται μια στροφή που παίρνουν σε έναν διάδρομο για να σκουπίσει ένα δάκρυ, μια κίνηση τόσο γρήγορη που θα μπορούσε να είναι ψευδαίσθηση, και να στείλει στον έξω κόσμο, που τώρα εξαφανίζεται πίσω από τις πύλες του ανελκυστήρα έναν ψίθυρο:

Μάνα, συγγνώμη.

Και μετά βρίσκονται μπροστά στον διοικητή και τον Καραμανίδη και ο Λαζάρου στέκεται πάλι σε προσοχή.

«Διατάξτε!»

«Λαζάρου! Απόψε πιλοτάρεις με τον υπολοχαγό στο Ζωή!» φτύνει ο Λόγγος.

Ο Λάζαρος χαιρετά και δεν φέρνει αντιρρήσεις. Ξέρει ότι για να του ζητήσουν να πιλοτάρει με τον υπολοχαγό πρέπει να είναι πράγματι απελπισμένοι – ξέρει ότι είναι πράγματι απελπισμένοι καιρό τώρα. Δεν υπάρχουν αρκετά ζευγάρια συμβατών στρατιωτών για να πιλοτάρουν τα Jaeger, και κάθε φορά που δέχονται επίθεση γίνονται όλο και λιγότεροι. Τα φρούρια και από τις δύο μεριές του Έβρου καταρρέουν με τη μέρα, και παρά τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε αυτό και για τις δύο χώρες, οι κυβερνήσεις αρνούνται να συνεργαστούν. Αυτό το χείλος στον πάτο του ποταμού θα είναι το τέλος όλων τους και κανένας δεν το ξέρει καλύτερα από τους άντρες που ρισκάρουν τις ζωές τους καθημερινά στις όχθες του.

Η μόνη ερώτηση που πραγματικά έχει, είναι γιατί εγώ; Αν χρειάζεται ο υπολοχαγός ο ίδιος να πιλοτάρει ένα Jaeger (δεν θα ρωτήσει καν γιατί το Ζωή συγκεκριμένα), τότε γιατί με τον Λάζαρο; Δεν έχουν ποτέ ελεγχθεί για συμβατότητα στο drift. Για να φωνάξει τον Λάζαρο την ημέρα της αποχώρησης του, να τον προλάβει πριν φύγει, σημαίνει ότι ο Καραμανίδης πιστεύει πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Είναι το μόνο πιθανό συμβατό ζευγάρι σε όλη την βάση που έχει απομείνει.

Και πάλι, αυτό δεν το ξέρει σίγουρα. Δεν έχουν παλέψει ποτέ. Βασίζονται σε μια ελπίδα.

Αλλά καθώς επεξεργάζεται το πιλοτήριο του Ζωή μέσα από το τζάμι του κράνους του, με τον Καραμανίδη να στέκεται στα αριστερά του, έτοιμοι για το drift, σκέφτεται ότι παρά τα μηχανήματα και τις οθόνες, υπάρχει αρκετός χώρος για να χορέψει κάποιος τανκγό σε αυτόν τον χώρο.

Όχι, ποτέ δεν έχουν παλέψει κάτω από το ψυχρό βλέμμα του διοικητή και των προπονητών, ποτέ δεν τους έχουν κατατάσσει ως συμβατούς σε κάποιο επίσημο χαρτί. Αλλά υπήρχε εκείνη η βραδιά στο γραφείο του Καραμανίδη – εκείνες οι βραδιές, τα ατέλειωτα, αλλεπάλληλα βράδια όπου στροβιλίζονταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Μαθήματα τανγκό. Μια σπουδή στην συμβατότητα.

Στιγμές πριν το drift ο Λάζαρος κοιτάει τον Καραμανίδη, βρίσκει το αυστηρό του βλέμμα πάνω του, και οι δύο άντρες ανταλλάσουν μια ματιά.

Τα μαθήματα τανγκό. Η άδεια. Είναι ήδη ο ένας φύλακας των μυστικών του άλλου. Ο Καραμανίδης δε θα μπορούσε να κάνει drift με κανέναν άλλο στρατιώτη. Έχει τόσα πιο πολλά να χάσει αν δεν χάσει τη ζωή του.

Του φαίνεται ότι ο Καραμανίδης του κάνει ένα νεύμα με το κεφάλι, βεβαιωτικό.

Και μετά χάνονται στο drift.

Και μετά δεν υπάρχουν άλλο πια μυστικά μεταξύ τους.

 

 

 

 

 

Στα ερείπια του Ζωή ο Λάζαρος σκίζει το κράνος από πάνω του και σέρνεται προς την μάζα που είναι ο υπολοχαγός του, αφήνοντας ένα μονοπάτι από κόκκινο πίσω του.

«Υπολοχαγέ! Υπό- Στέφανε

Τα χέρια του τρέμουν και ο πόνος τον τυφλώνει αλλά καταφέρνει να λύσει το κράνος από τον άλλο άντρα: το πετάει μακριά και αμέσως πιάνει το πρόσωπο του σφιχτά, κρατώντας το όρθιο. Ρυάκια αίματος, ξεραμένα πλέον, διακόπτουν την καλοξυρισμένη επιδερμίδα, τα γνώριμα χαρακτηριστικά, αλλά είναι ζωντανός, είναι ζωντανός και έρχεται βοήθεια και θα είναι εντάξει.

Και επειδή δεν υπάρχουν άλλο πια μυστικά μεταξύ τους, και επειδή η όραση του τρεμοπαίζει σαν φλόγα από κερί και επειδή η μητέρα του ίσως είναι ήδη νεκρή και επειδή το έκανε – θα το ξανάκανε – θα έκανε τα πάντα για αυτόν τον άντρα και τώρα το ξέρει και δεν υπάρχει επιστροφή από αυτόν τον τρόμο, ο Λάζαρος γέρνει το κεφάλι του εμπρός και αφήνει το μέτωπο του να ξεκουραστεί κόντρα στο μέτωπο του Στέφανου.

Κλείνει τα μάτια. Άλλη μια ανάσα και θα τραβηχτεί. Άλλη μια ανάσα και τα φώτα του ελικοπτέρου διάσωσης θα τους βρουν. Άλλη μια ανάσα και –

«Λαζάρου,» αγκομαχεί ο υπολοχαγός.

Ο Λάζαρος τραβιέται, όχι προς τα πίσω αλλά προς το στόμα του άλλου άντρα, γιατί τα χείλη του τρέμουν και θέλει να πει κάτι.

Αφουγκράζεται. Τέσσερις λέξεις, ζευγαρωτές.

Σε ευχαριστώ. Καλά Χριστούγεννα.

Τόσο ρυθμικά.