Actions

Work Header

Η καρδιά μου σου ανήκει

Work Text:

ΝΙΚΟΣ

Ποτέ δεν μου άρεσαν τα τσιγάρα, αλλά καθώς καθόμουν και σκεφτόμουν όλα αυτά που με απασχολούσαν, ξαφνικά ένα τσιγάρο δεν ακουγόταν καθόλου άσχημη ιδέα.
Ένιωθα παγιδευμένος - φυλακισμένος σε ένα κελί με αόρατα κάγκελα, τα οποία όμως υπήρχαν και μπορούσα να τα αγγίξω, να νιώσω την επιρροή τους επάνω μου.
Οι σκέψεις στο κεφάλι μου, οι σκοτούρες που δεν με άφηναν να κοιμηθώ για άλλη μία νύχτα - πράγματα που έκαναν τη σχολή και τα μαθήματα να φαντάζουν γελοία.
Οι γονείς μου. Η συζήτηση στο τηλέφωνο. Ο Γεράσιμος. Η μητέρα μου. Το ατύχημα. Ο Γεράσιμος. Ο πατέρας μου να με κρατάει στον τοίχο και να μου φωνάζει, να με βρίζει. Το σπασμένο πιάτο, η σπασμένη μου καρδιά, η σπασμένη μου οικογένεια.
Ο Γεράσιμος.
Αν δεν ένιωθα το χέρι του στο μάγουλό μου να μου σκουπίζει τα δάκρυα, δεν θα καταλάβαινα πως έκλαιγα.
"Νίκο...", μου ψιθύρισε, και ασυναίσθητα άρχισα να κλαίω πιο πολύ, να κλαίω με αναφλιτά, να τρέμω, να μην μπορώ να αναπνεύσω, και τα χέρια του ήταν στα μάγουλά μου και τα χείλη του κρύα στο πρόσωπό μου, στο μέτωπό μου, στα βλέφαρά μου, στα χείλη μου, και η φωνή του μου ψιθύριζε πως όλα θα πάνε καλά και πως θα βρούμε μια λύση...
Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα έξω απ' το παράθυρο, να μας συντροφεύει στη δυστυχία μας, να κλαίει μαζί μας.
Αγγίζω με τρεμάμενα χέρια τα μαλλιά του. Ξέρω ότι κι αυτός είναι απελπισμένος. Ότι κι αυτός κλαίει. Τα μαλλιά του είναι απαλά και το άγγιγμά μου τον ηρεμεί.
Ξαπλώνουμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Τον αγκαλιάζω και τον φιλάω στο μάγουλο.
"Νίκο", λέει, και ακούγεται σχεδόν σαν ετοιμοθάνατος, με τη φωνή του τόσο αδύναμη και μισοκοιμισμένη. Σαν από αντίδραση, τον σφίγγω πιο κοντά μου.
"Ναι;", απαντάω, και συνειδητοποιώ ότι και η δικιά μου φωνή έτσι ακούγεται, ότι κι εγώ το ίδιο εξουθενωμένος είμαι, και νιώθω καινούρια δάκρυα στα μάτια μου.
Τα μάτια του καθώς με κοιτάζει είναι λαμπερά από το φως του φεγγαριού που μπαίνει μέσα από το παράθυρο, και μοιάζει με άγγελο στην αγκαλιά μου.
"Ό,τι και να γίνει, θέλω να ξέρεις ένα πράγμα, εντάξει;", ρωτάει με φωνή αβέβαιη, και νιώθω την καρδιά μου να σπάει.
Δεν εμπιστεύομαι τη φωνή μου. Απλά γνέφω καταφατικά.
Ανασηκώνεται και αναγκάζομαι να σταματήσω να τον αγκαλιάζω. Μου λείπει ήδη, κι ας είναι ακριβώς δίπλα μου.
Τα χέρια του πηγαίνουν στον σβέρκο του. Βγάζει το σταυρουδάκι που φοράει και μου το δίνει.
Το κοιτάζω με αβεβαιότητα. Μπερδεμένος.
"Πάρ' το", λέει μαλακά, "είναι η καρδιά μου. Σ' την δίνω."
Αυτή τη φορά δεν το ελέγχω. Αρχίζω ξανά να κλαίω, ενώ γνέφω καταφατικά ξανά και ξανά, γιατί θέλω να ξέρει όσο καλά όσο το ξέρω κι εγώ ο ίδιος πως τον αγαπάω και πως είναι ο μόνος άνθρωπος που μου έχει πραγματικά απομείνει, εκτός από την αδελφή μου.
Παίρνω το σταυρουδάκι στα χέρια μου και το περνάω γύρω απ' τον λαιμό μου χωρίς δεύτερη σκέψη, αφήνοντάς το να καθίσει πάνω στο στήθος μου, την καρδιά του να ενωθεί με τη δικιά μου.
Μου χαμογελάει. Κι εκείνος κλαίει. Μου πιάνει το πρόσωπο και με φιλάει στο μέτωπο και κάνει να ξαπλώσει, αλλά τον σταματάω.
"Μισό", καταφέρνω να πω, αλλά βγαίνει σπασμένο από το κλάμα.
Με κοιτάει. Το βλέμμα του προδίδει ότι δεν έχει ιδέα ποια μπορεί να είναι η επόμενη κίνησή μου τώρα, ότι δεν μπορεί καν να φανταστεί πως η καρδιά μου του ανήκει όπως ανήκει η δική του σε μένα.
Βγάζω το κομποσχοίνι από τον καρπό μου, εκείνο που μου είχε δώσει η μητέρα μου όταν πήγαμε στην Ρόδο και που είναι ουσιαστικά το μόνο που έχω από αυτήν πια. Δεν είναι κάτι σπουδαίο - τουλάχιστον όχι σε οικονομική αξία, ή ομορφιά, αλλά ο Γεράσιμος το κοιτάζει σαν να είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στη γη.
Του το δίνω.
Δεν χρειάζεται να πω τίποτα για να καταλάβει τι εννοώ.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

Παίρνω το κομποσχοίνι στα χέρια μου με προσοχή, λες και θα σπάσει αν του φερθώ απότομα, και το περιεργάζομαι.
Είναι μαύρο, απλό και λιτό, και έχει μέσα την καρδιά του Νίκου, και το αγαπάω όπως αγαπάω εκείνον και το φέρνω στα χείλη μου και το φιλάω και μετά φιλάω εκείνον, και τα χείλη του είναι αλμυρά από τα δάκρυα και τα μάγουλά του μουσκεμένα.
Δεν θέλω να σταματήσει αυτή η στιγμή ποτέ.

* * *

Φοράω το κομποσχοίνι στον καρπό μου και νιώθω πως ταιριάζει τέλεια, σαν δύο κομμάτια παζλ.
Και ο σφυγμός στον καρπό μου ενώνεται με τον δικό του και είμαστε ένα και τον αγαπάω και με αγαπάει κι εκείνος.

* * *

ΝΙΚΟΣ

Το πρωί ξύπνησα πριν από εκείνον.
Ο ουρανός ήταν γαλανός και καθάριος και το φως του ήλιου με τύφλωνε καθώς έμπαινε από το παράθυρο στο δωμάτιό μας.
Μες στην συναισθηματική μας φούσκα, ξεχάσαμε να κλείσουμε το παντζούρι.
Τι πρωτότυπο.
Βλέπω με την άκρη του ματιού μου την μητέρα του Γεράσιμου να μπαίνει στο δωμάτιο και, από συνήθεια, προσποιούμαι τον κοιμισμένο.
Δεν κάνω κάποια κίνηση να απομακρυνθώ από τον Γεράσιμο όμως - όχι, μένω εκεί, με το πρόσωπό του βυθισμένο στον λαιμό μου και το χέρι μου γύρω του, να τον αγκαλιάζω όπως έκανα όλο το βράδυ, κι ας βγάλει αυτή τα συμπεράσματά της.
Και εν συνεχεία, ας βγάλει και ο πατέρας μου τα δικά του.
Δεν με νοιάζει τι θα πούνε και πώς θα αντιδράσουν. Έχω βαρεθεί να κρύβομαι και να προσποιούμαι.
Στην τελική, αν ο πατέρας μου νιώθει μια τέτοια επιτακτική ανάγκη να κατακρίνει την ερωτική μου ζωή, ας κοιτάξει πρώτα τη δική του.
Η μητέρα του Γεράσιμου έμεινε να μας κοιτάζει στο κατώφλι της πόρτας χωρίς να μιλάει, χωρίς να δείχνει κάποια αντίδραση, παρά να σωπαίνει. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως ίσως να μην σκέφτεται τόσο τη σκηνή μπροστά της όσο τα δικά της προβλήματα, όταν ο Γεράσιμος ανασηκώνεται δίπλα μου.
"Α, καλημέρα μαμά", λέει εύθυμα, παρά την πρωινή βραχνάδα στη φωνή του, και της χαμογελάει πλατιά. Αυτή δείχνει να εκπλήσσεται λίγο, αλλά του χαμογελάει πάραυτα - η άσχημη σκέψη ότι πιθανότατα να έχει πολύ καιρό να δει τον γιο της τόσο χαρούμενο περνάει απ' το μυαλό μου και κάθεται στην καρδιά μου σαν ένας τοίχος από τούβλα.
Άθελά μου συνειδητοποιώ πως ούτε εγώ τον βλέπω συχνά χαρούμενο πια.
Μετά γυρνάει σε μένα και μου χαρίζει ένα λαμπρό χαμόγελο, που κάνει κι εμένα να χαμογελάσω άθελά μου, σπάζοντας την εικόνα του κοιμισμένου.
"Καλημέρα αγάπη", μου λέει μετά και με φιλάει απαλά στα χείλη. Γελάω. Είναι τόσο υπέροχο να τον βλέπω χαρούμενο, που η χαρά του φτάνει σιγά-σιγά και στην δικιά μου καρδιά, και ξαφνικά ξεχνάω πως μας βλέπει η μητέρα του και το μόνο που βλέπω είναι εκείνος.
"Άσ' τις γλυκές και πλύνε κανά δόντι", του λέω, αλλά ξέρουμε και οι δύο πως μόνο παράπονο δεν είναι.
Γελάει, και το γέλιο του ακούγεται σαν μουσική.
Σηκωνόμαστε για πρωινό, περνώντας μια πολύ έκπληκτη μαμά Γεράσιμου στην πόρτα και, για πρώτη φορά, το κατώφλι της ντουλάπας στην οποία κρυβόμασταν τόσα χρόνια.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

Το γάλα πάει πάρα πολύ με λίγα φιλιά από τον Νίκο και λίγα σαρκαστικά "ίου, τρώμε" από την αδελφή μου.
Νταξ. Και τα μπισκότα καλά είναι.