Actions

Work Header

Το Σχήμα μου θα Είσαι Πάντα Εσύ

Chapter Text

Σε ονειρεύτηκα σήμερα.

 

Τουλάχιστον νομίζω. Ίσως ήταν περισσότερο σαν να ονειρευόμουν ξύπνιος. Ήρθες στο δωμάτιο του νοσοκομείου μου και τράβηξες την ψεύτικη πλαστική καρέκλα, σκιρτώντας λίγο από το τρίξιμο όταν την τράβηξες στο πάτωμα διπλά στο κρεβάτι μου. Τότε δίπλωσες τον εαυτό σου πάνω της, σταυρώνοντας τα πόδια σου ίσα-ίσα και... με κοιτούσες. Μόνο καθόσουν: Καθόσουν και κοιτούσες. Φορούσες ένα από αυτά τα γελοία επιδεικτικά κουστούμια που θα έδειχναν χάλια σε οποιονδήποτε άλλο, αλλά εσένα σου χάριζε μια συγκεκριμένη εξωτική, σπάνια αίγλη. Πάει τόσος καιρός από τότε που σε είδα σε ένα από αυτά τα κοστούμια, σχεδόν τα είχα ξεχάσει. Χρόνια από τότε που σε είδα να φοράς κάτι που δεν ήταν παραχωρημένο από ίδρυμα ή πιτσιλισμένο από κόκκινο. Έτσι στην αρχή κοιτούσα περισσότερο το κοστούμι παρά εσένα. Δεν θα σου άρεσε αυτό, δεν νομίζω. Είσαι τόσο νάρκισσος.

Δεν ταίριαζες καθόλου σε αυτό το νεκρό σκηνικό, όλο το χρώμα και η ενέργεια σου τελείως λάθος τοποθετημένη. Όταν κοίταξα το πρόσωπο σου φάνηκες προσεκτικός, ένα πολύ αχνό χαμόγελο έπαιζε κοντά στο στόμα σου. Πάντα ήσουν τόσο ανεξιχνίαστος. Σαν σφήγκα. Ποτέ δεν ήξερα αλήθεια τι σκέφτεσαι.

"Γειά σου, Γουίλ." Είπες επιτέλους. Τα μάτια σου ήταν σαν δύο μαύρες τρύπες.

"Τι κάνεις εδώ;" Μάλλον δεν ήταν το καλύτερο πράγμα να ρωτήσω - να απαιτήσω- αλλά δεν ήξερα τι άλλο να πω.

"Δεν ήξερα ότι έπρεπε να έχω έναν λόγο."

"Έχεις λόγο όμως, έτσι δεν είναι; Έχεις λόγο για τα πάντα. Και είσαι εδώ και δεν είσαι καν αληθινός." Τώρα που κοίταξα στα μάτια σου δεν μπορώ να σταματήσω, προσπαθώντας να μην χαθώ μέσα τους. Αντιλαμβάνεσαι ότι έχω γοητευθεί, και την απροθυμία μου (φυσικά το αντιλαμβάνεσαι) και αυτό το αχνό χαμόγελο γίνεται ελάχιστα μεγαλύτερο. Το απολαμβάνεις (νάρκισσε).

Κλείνω τα μάτια μου για να ξεφύγω από τα δικά σου, και στο σκοτάδι σε ακούω να σπρώχνεις την καρέκλα σου πίσω και να περπατάς προς το κρεβάτι. Τριγυρίζεις, ευκίνητος σαν γάτα (δεν μπορώ να σε δω αλλά το ξέρω), και νιώθω το στρώμα να βουλιάζει όταν κάθεσαι. Αισθάνομαι την ανάσα σου στο πρόσωπό μου, τρομερά ελαφριά, με το ζόρι εκεί, τα αραχνίσια δάκτυλά σου ακουμπάνε το μάγουλό μου και ανασαίνω ξανά και ανοίγω τα μάτια μου. Τουλάχιστον νομίζω ότι το κάνω, ίσως ήταν ήδη ανοικτά. Και φυσικά δεν είσαι εκεί. Υπάρχει ένα ζοφερό ρυάκι από φως που χύνεται κάτω από τη πόρτα, και ο παλμογράφος που αναβοσβήνει, και βήματα, και απόμακρες φωνές, και ο ήχος της αρρώστιας και του θανάτου, αλλά όχι εσύ, και είσαι ιδιαίτερα εκκωφαντικός με την απουσία σου. Το δωμάτιο ουρλιάζει από την έλλειψη σου.

Παίρνω μια βαθιά ανάσα, και πονάει, και ξεπλέκω το καλώδιο του ορού για να πιάσω το ποτήρι νερό δίπλα στο κρεβάτι. Τα χέρια μου τρέμουν.

Είναι σχεδόν αβάσταχτο ότι ακόμη και ο εαυτός σου στο μυαλό μου καταφέρνει να παραμείνει αρκετά βήματα μπροστά.

***

 

Η Κεΐντ Πούρνελ κάθεται δίπλα στο κρεβάτι, κάθεται στη καρέκλα σου (πάντα θα νιώθω ότι είναι η καρέκλα σου, το ξέρω από τώρα). Είναι εκεί εδώ και μία ώρα, γρυλίζοντας ερωτήσεις σαν σκυλί. Μπλα μπλα μπλα. Δεν μπορώ να καταλάβω πόση από την αμυντικότητα της προέρχεται από πραγματικές επιφυλάξεις σχετικά με την κατάθεση που έδωσα (η οποία δεν ήταν ακριβώς ψέματα, όσο ένας γενναιόδωρος χειρισμός της αληθείας... κάπως σαν μικρές μαλακίες), και πόση είναι απλά αυτή να φέρεται σαν κόπανος επειδή μπορεί. Ίσως να θέλει να νοιώσει επιμελείς, γεμίζοντας κουτάκια. Δεν είμαι σίγουρος, είναι δύσκολο να την διαβάσω. Αν και υποθέτω με έναν κατακρεουργημένο κατά συρροή δολοφόνο, έναν να λείπει, και έναν μισοπεθαμένο ειδικό πράκτορα του FBI ξεβρασμένο στην παραλία, η σκληρότητα της δεν είναι τελείως αδικαιολόγητη.

Λέει κάτι προβλέψιμο και (μάλλον) προσχεδιασμένο για μία "Εξαντλητική, επίσημη έρευνα" -σίγουρα προβαρισμένο, για να ενσταλάξει ακριβώς τη σωστή ποσότητα φόβου και συμμόρφωσης. (Αν προσπαθήσω αρκετά μπορώ ακόμη να την φανταστώ να κάνει εξάσκηση στον καθρέφτη, τελειοποιώντας τα διάφορα σουφρώματα των χειλών της και τα σμήγματα των φρυδιών της). Προφανώς προσπαθεί να με τρομάξει, και έτσι σταματάω να προσέχω, γιατί ποιος νοιάζεται; Δεν θα σε πιάσουν. Αν είσαι ακόμη ζωντανός δεν θα τους αφήσεις να σε πιάσουν αν δεν θέλεις- θα είναι όλα μέρος του παιχνιδιού. Αν είσαι ακόμη ζωντανός. Όχι, δεν είσαι νεκρός όμως. Δεν είσαι. Δεν έχω καθόλου χειροπιαστές αποδείξεις για να το υποθέσω αυτό, αλλά το πιστεύω έτσι κι αλλιώς. Θα το ήξερα αν ήσουν νεκρός, έτσι δεν είναι; Απλά θα το ήξερα.

"Ήσασταν εξαιρετικά τυχερός, κύριε Γκράχαμ," λέει, με μίσος, λες και ήμουν τυχερός μόνο για να την εκνευρίσω- λες και η τύχη μου ήταν θέμα προσωπικής δυσαρέσκειας. Είμαι εντυπωσιασμένος, παρ'όλα αυτά. Τόσο προσεγμένη ποσότητα δηλητηρίου. Δεν είναι τόσο καλή όσο εσύ φυσικά, αλλά δεν είναι κακή. Καθόλου κακή, θα της έβαζα επτά στα δέκα.

"Κάποιος σας βρήκε," συνεχίζει. Ακόμη επιμένει στο πόσο τυχερός είμαι, λες και με νοιάζει. "Σας έβγαλε από το νερό, έντυσε τις πληγές στο πρόσωπο και το στήθος σας..." Η πρότασή της σβήνει, δεν ξέρει πως να συνεχίσει. Δεν λέει ότι αυτός ο τυχαίος καλός Σαμαρείτης ήσουν εσύ, αλλά δεν χρειάζεται, γιατί φυσικά ήσουν. Όταν κλείνω τα μάτια μου είμαι σίγουρος ότι μπορώ ακόμη και να το θυμηθώ. Το χέρι σου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, κρατώντας το κρανίο μου, όσο ήρεμος και αποδοτικός όπως πάντα αλλά καρυκευμένος με έναν αέρα προσεκτικής απόγνωσης, γιατί δεν αντιδρώ και δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις τον παλμό μου. "Ανάπνευσε, Γουίλ", είπες, "Ανάπνευσε για εμένα, χρειάζομαι να αναπνεύσεις." Κρατάς το κόψιμο στο μάγουλο μου με τα μακριά σου δάχτυλα, φτιάχνοντας ένα αεροστεγές κανάλι γύρο από το στόμα μου για να μπορέσεις να μου κάνεις τεχνητή αναπνοή. "Χρειάζομαι να ζήσεις, Γουίλ." Έλεγες, "Χρειάζομαι να ζήσεις για εμένα." Σε δεύτερη σκέψη, ίσως το εφηύρα αυτό το τελευταίο. Μάλλον σίγουρα το εφηύρα: δεν μοιάζει σαν κάτι που θα έλεγες.

Το μυαλό μου αρχίζει να πλέει, και φαντάζομαι τι θα έκανες αν ήσουν εδώ, πως θα την διέλυες με τέλεια κατασκευασμένες μικρές λεκτικές αποκρούσεις και γκριμάτσες ενός χλωμού φρυδιού. Ή, πολύ πιο πιθανό, θα την διέλυες κυριολεκτικά, μάλλον με τα γυμνά σου χέρια. Με ένα γυμνό χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη σου...

Με κοιτάει επίμονα τώρα, με ελάχιστα κρυμμένη δυσαρέσκεια. "Είπα κάτι που βρήκατε αστείο, κύριε Γκράχαμ;" Ξεσπάει.

Η κοφτή φωνή της με φέρνει πίσω στο δωμάτιο, σαν νύχια σε μαυροπίνακα, και ανοιγοκλείνω τα μάτια μου, αποπροσανατολισμένος. "Συγγνώμη, τι;" Λέω σαν ηλίθιος. Πίσω από τα μάτια μου, μου χαμογελάς.

"Γελάτε. Δεν ήξερα ότι ήταν αστείο αυτό το θέμα. Άρα- είπα κάτι αστείο;"

Θεέ μου, γιατί ρωτάνε οι άνθρωποι τέτοιες ερωτήσεις; Δεν είναι σαν να περιμένει, ή να θέλει, μια ειλικρινή απάντηση. Αναρωτιέμαι λίγο τι θα έκανε αν έλεγα "Ναι, βασικά, είσαι- πάρα πολύ," ή ακόμα "Ναι, και μάντεψε πόσο με νοιάζει. Μέτρα πόσο. Τελείωσες;"

"Δεν γελούσα," Λέω αντ'αυτού, "Έκανα μορφασμούς. Βασικά βρίσκομαι σε κατάστασή σοβαρού πόνου. Κυρία."

Με κοιτάει με ξεκάθαρη απιστία, και καθόλου εντυπωσιασμένη με την ειρωνεία του ΄κυρία'. Δεν θα το συνεχίσει όμως, δεν θα ενοχληθεί. Θα το αφήσει να περάσει, έτσι και εγώ φοράω στο πρόσωπο μου μία ταιριαστή έκφραση και της δίνω την πλήρη προσοχή μου. Ανταλλαγή. Δεν αξίζει να φαντάζομαι τι θα έκανες έτσι κι αλλιώς. Ποτέ δεν ήμουν αξιόπιστος στο να σε προβλέπω, έτσι δεν είναι; Μάλλον θα είχα τις ίδιες πιθανότητες να με διαλύσεις όπως και αυτή.

"Ναι, λοιπόν..." Λέει. Μαζεύει την τσάντα της βιαστικά και κρατάει το λουρί. Χάνει τον έλεγχο αυτής της συνάντησης, και το ξέρει. Αυτό που θέλει, ξεκάθαρα, είναι να μου πει να πάω να γαμηθώ. Το γεγονός ότι δεν μπορεί, και είναι απεγνωσμένη να το κάνει, είναι εντελώς ικανοποιητικό.

Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, παρατηρώντας. "Ευχαριστώ που περάσατε." Λέω τελικά, αφήνοντας την να φύγει. Χρειάζεται ακόμη και η τελευταία σταγόνα αυτοσυγκράτησης μου για να μην αρχίσω να χαμογελάω πάλι.

"Σας εύχομαι γρήγορη ανάρρωση κύριε Γκράχαμ." Είναι το μόνο που λέει (Ναι, καλά), και μετά σηκώνεται, τεντώνοντας τον εαυτό της στο κανονικό της ύψος, εντυπωσιακή με τα γυαλιστερά της τακούνια, και με αγριοκοιτάζει (αλήθεια- δεν υπάρχει άλλη λέξη για αυτό που κάνει) και γυρνάει στις μύτες των ποδιών της και πηγαίνει προς την πόρτα. Καταφέρνω την προσδοκία του να έχω τα μάτια μου κλειστά και απλά ξαπλώνω εκεί, νοιώθοντας κάπως σαν να πέρασα μαρτύριο. Αηδιάζω όταν καταλαβαίνω ότι τα χέρια μου τρέμουν λίγο, και τα χώνω κάτω από την κουβέρτα. Κλείνει την πόρτα δυνατά πίσω της. Τα τακούνια της ακούγονται κατά μήκος του διαδρόμου με μικρά αυτάρεσκα βήματα, κλικ κλικ κλικ, και φαντάζομαι πως θα ήταν να την κάρφωνα στην καρδιά με ένα από τα πανάκριβα στιλέτο της. Προσπαθώ να νοιώσω σοκαρισμένος με τον εαυτό μου αμέσως μετά, αλλά δεν το καταφέρω ακριβώς. "Λίγο χυδαίο, δεν νομίζεις, Γουίλ;" Σε ακούω να λες, αλλά ξέρω ότι χαμογελάς παρόλα αυτά.

Λίγη ώρα περνάει, δεν ξέρω πόση. Και μετά ακούγεται ένας ήχος έξω από το δωμάτιο και όταν ανοίγω ένα μάτι μπορώ να διακρίνω μια ψιλή φιγούρα πίσω από το θολό γυαλί. Είναι άνδρας, το καταλαβαίνω από τους γυμνασμένους- στιβαρούς ώμους, μεθοδικά χτισμένους. Δεν θα είσαι εσύ, λέω στον εαυτό μου, δεν είσαι, θεέ μου... και η πόρτα ανοίγει εντελώς, και φυσικά δεν είσαι εσύ. Είναι ο Τζακ (περίλαμπρος με το παλτό του και αυτή την άθλια φεντόρα) εκπέμποντας αμηχανία. Πρακτικά τρέμει από αυτή, βγαίνει από μέσα του σαν κύματα. Τα χέρια του είναι κρυμμένα πίσω από τη πλάτη του σαν να κρατάει κάτι και για μία εξωπραγματική/αηδιαστική στιγμή νομίζω ότι μου έφερε λουλούδια. Δεν μου έχει φέρει, φυσικά, (ευχαριστώ τον θεό), απλά δεν ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του. Τα ξετυλίγει και τα φέρνει μπροστά του, κρατώντας το στομάχι του, και μετά τα αφήνει να πέσουν εντελώς και να κουνιούνται σαν εκκρεμές.

"Λοιπόν, Γουίλ..." Καταφέρνει επιτέλους να πει, και τα λόγια του τρέχουν και σκοντάφτουν προσπαθώντας να ξεφύγουν από το στόμα του και έτσι ακούγεται ακατανόητο: ΛοιπόνΓουίλ. Νοιώθω τα χείλη μου να κουνιούνται πάλι. Πότε έγινα τόσο υστερικός; Ποτέ δεν γελούσα τόσο. "Τόσο αυστηρός Γουίλ," Σε θυμάμαι να λες κάποτε, "Τόσο σοβαρός όλη την ώρα."

Ο Τζακ κάνει άλλη μια προσπάθεια. Πρέπει να του το αναγνωρίσω. "Γειά σου Γουίλ," Λέει (καλύτερα), και μετά από μία παύση, "Φαίνεσαι σαν να πήγες στην κόλαση." (Όχι τόσο καλύτερα).

"Ναι;" Λέω, "Μόλις γύρισα." Δεν με πειράζει όμως. Πραγματικά μοιάζω σαν να πήγα στην κόλαση. Τουλάχιστον δεν με ρωτάει πώς νοιώθω όταν είναι προφανές ότι, με βάση οποιοδήποτε αντικειμενικό κριτήριο, νοιώθω σαν επτά αποχρώσεις σκατού.

Γελάει λίγο με αυτό, και τραβάει γενναιόδωρα την καρέκλα (την καρέκλα σου) δίπλα στο κρεβάτι. Ό,τι πόροι κατάφερε να μαζέψει για να κάνει τόση πρόοδο έχουν ξεκάθαρά εξαντληθεί, γιατί γίνεται ήσυχος πάλι, κρατώντας και αφήνοντας τα χέρια του (φυσικά). Τον Κοιτάω, ξαφνικά το ίδιο χαζός. Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα πράγμα να του πω, και ξεκάθαρα ούτε αυτός μπορεί, και αρχίζω να αναρωτιέμαι αν θα συνεχίσουμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλο μέχρι να κλείσει η πτέρυγα για το βράδυ και έρθει μια νοσοκόμα να τον οδηγήσει έξω, μεγαλειώδης στην βαριά του σιωπή.

Ο Τζακ φαίνεται δυστυχισμένος, γιατί φυσικά και φαίνεται, και βγάζει ένα μακρύ αναστεναγμό. "Πώς πάει αυτό;" Λέει τελικά, δείχνοντας στο μάγουλό του για να αντιστοιχίσει το σημείο όπου έχω γάζες στο δικό μου. Προσπαθώ να σηκώσω τους ώμους μου για να απαντήσω αλλά το μετανιώνω αμέσως γιατί στέλνει μια σειρά από πόνους σε όλο μου το σώμα, που βγαίνουν από την πληγή στο στήθος μου. Γαμημένος Φράνσις Ντόλερχαϊντ με το καταραμένο μικρό του μαχαίρι. "Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα." Καταφέρνω να πω επιτέλους (αν και όχι τόσο πολύ χειρότερα). "Δεν νομίζουν ότι η ουλή θα είναι πολύ χάλια." Όχι ότι με νοιάζει έτσι και αλλιώς. Είναι ένα ακόμα στίγμα, ένα σημάδι που οδηγεί πίσω σε εσένα, σαν τα αποτυπώματα σου σε όλο μου το σώμα. Ένα σημάδι μάχης: Αποκτημένο στον πόλεμο.

"Μπορείς να την καλύψεις έτσι κι 'αλλιώς με την ψωριάρα γενειάδα σου.", λέει ο Τζακ και γελάω, γιατί τι άλλο μπορώ να κάνω; Η αμηχανία του φτάνει μελοδραματικά επίπεδα και βρίσκω τον εαυτό μου να τον λυπάται. "Δεν πειράζει Τζακ," Λέω επιτέλους, "Ξέρεις ότι όλα αυτά δεν είναι δικό σου φταίξιμο."

"Ξέρω," Λέει αυτός, πράγμα το οποίο με εκνευρίζει λίγο, γιατί περίμενα τουλάχιστον λίγη αντίσταση. Καλά να πάθω, υποθέτω - έπρεπε να ξέρω ότι δεν υπήρχε περίπτωση να είχα την ευκαιρία να είμαι μεγαλόψυχος μαζί του.

Ο Τζακ αναστενάζει πάλι, και εγώ αναστενάζω για να του κάνω παρέα. "Τρομερή σκηνή αφήσατε πίσω σας," Λέει τελικά. "Καταραμένο μπέρδεμα."

Αυτός είναι ένας τρόπος να το περιγράψεις, υποθέτω. "Σου έπιασα την νεράιδα των δοντιών όμως, έτσι δεν είναι;", απαντάω. Παύση. "Κατά κάποιο τρόπο."

Ο Τζακ χαμογελάει λίγο. "Ναι, το έκανες." Κάνει και αυτός παύση. Κοιτάω κάτω στα χέρια του, φυσικά στριφογυρίζουν και μπλέκονται μαζί. "Γουίλ, επίσης μας έχασες τον Χάνιμπαλ Λέκτερ."

Τον κοιτάω για μια στιγμή, σοκαρισμένος σε ειλικρινή σιωπή. Νοιώθω το στόμα μου να δουλεύει άσκοπα. Πρέπει να μοιάζω γελοίος, σαν ψάρι που παλεύει για αέρα. Πάω στοίχημα ότι ποτέ δεν έμοιαζες όπως εγώ τώρα, έτσι δεν είναι; Ούτε μια φορά στη ζωή σου. "Για όνομα του Θεού, Τζακ!" Καταφέρνω να πω επιτέλους. "Δεν έχασα τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Δεν είναι σαν να ξέχασα να τον βάλω στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και γύρισα σπίτι και ήμουν κάπως ΄Ωχ! Που πήγε ο Χάνιμπαλ Λέκτερ;" Τραβάω μια βαθιά ανάσα, μια ωμή προσπάθεια για αέρα. "Με μαχαίρωσαν και με πέταξαν από έναν γκρεμό." Κάνω μια ακόμη παύση. Αυτή τη φορά σίγουρα δεν χρειάζεται να προσθέσω Κατά κάποιο τόπο.

Είναι απτόητος από αυτό (φυσικά), καταπληκτικός στην ιδέα του μιας ενάρετης προσπάθειας. Ο Τζακ Κρόφορντ: Ακόμη μια φορά μέσα στο ρήγμα. "Γουίλ, ξέρεις ότι χρειάζεται να στο ρωτήσω αυτό. Το ξέρεις. Γνώριζες ότι επρόκειτο να ξεφύγει;" Μου ρίχνει ένα σκληρό βλέμμα. "Δεν θα ήταν η πρώτη φορά, έτσι δεν είναι;"

Για μια σιχαμερή στιγμή νοιώθω ότι μπορεί πραγματικά να κλάψω. "Δεν έχω ιδέα τι του συνέβη," Καταφέρνω να πω, "Το έχω πει στον κόσμο αυτό, έκανα κατάθεση. Έπεσε από τον γκρεμό όταν έπεσα και εγώ. Σκοτώσαμε τον Ντόλερχαϊντ, με άρπαξε," Πρόσεχε, σκέφτομαι, "Χάσαμε την ισορροπία μας, πέσαμε. Θα μπορούσε να είναι νεκρός. Μάλλον είναι..."

"Θα μπορούσε, και ναι, μάλλον είναι," Λέει ο Τζακ, "Αλλά το ίδιο και εσύ. Και δεν είσαι."

"Όχι," Λέω, "Δεν είμαι."

"Και χαιρόμαστε για αυτό," απαντάει ο Τζακ, με μια πραγματικά αηδιαστική εγκαρδιότητα. Νοιώθει ένοχος τώρα, κάνει βήματα πίσω. Με έσπρωξε και προσπάθησε να βγάλει κάποια αντίδραση, και είναι ευχαριστημένος που η απελπισία μου είναι πραγματική, έτσι είναι προετοιμασμένος να κάνει πίσω (για τώρα). Η δουλειά τελείωσε. Τέλος πάντων, είναι δικό του το φταίξιμο... κάπως. Φαίνεται λίγο πιο χαρούμενος όμως, λίγη ένταση του έφυγε. Ίσως δεν με πιστεύει εντελώς, άλλα σίγουρα θέλει. Μου χαμογελάει ξανά, φιλικός και καλός. Δώσ'του λίγο ακόμη χρόνο και θα προσπαθήσει να χαϊδέψει τα μαλλιά μου και να με πει γιό του. (Θεέ μου, δεν θα προσπαθήσει στα αλήθεια...έτσι δεν είναι; ) Όχι ότι αυτή η σκηνή είναι όλη, ή έστω λίγη για εμένα. Είναι κυρίως για τον εαυτό του - χρειάζεται να με βάλλει στη θέση μου, να με μειώσει σε ένα ήρεμο, εύθραυστο πλάσμα που δεν αποτελεί απειλή και μπορεί να του φέρεται καταδεκτικά. Για όλη την εμφανή του οξύνοια, δεν έχει πραγματικά ιδέα για τίποτα.

"Σου μίλησε ακόμη η Κέιντ;" Λέει.

Γυρνάω τα μάτια μου αντί για απάντηση και γελάει με ένα από εκείνα τα γέλια. Σίγουρα θα πρέπει να το ήξερε όμως, δεν θα χρειαζόταν να ελέγξει; Είναι όλοι τους αρκετά άχρηστοι, κανείς δεν φαίνεται να ξέρει τι κάνει ο άλλος. Δεν είναι θαύμα που κατάφερες να τους κοροϊδεύεις όλο και περισσότερο για τόσο καιρό.

Ο Τζακ (όπως και εγώ) φαίνεται να έχει φτάσει το όριό του για αυτή τη συζήτηση, και σηκώνεται παραστατικά για να μαζέψει το παλτό και το χαζό καπέλο του. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να φορέσεις ένα τέτοιο καπέλο και να σου πάει; Μάλλον θα μπορούσες. Μόνο. Γυρτό, λίγο λοξό για να κρύβει ένα σου μάτι.

"Να προσέχεις, Γουίλ," Λέει ο Τζακ. Με ακουμπάει βαριά στον ώμο. Του χαμογελάω γιατί αυτό πρέπει να κάνω. "Θα μιλήσουμε περισσότερο μετά," προσθέτει, και είναι ταυτόχρονα απειλή και υπόσχεση.

Αφού φύγει τεντώνομαι και κλείνω τα μάτια μου, απολαμβάνοντας την ηρεμία και την γαλήνη (επιτέλους). Μετά από λίγο τα ανοίγω πάλι, αλλά δεν είσαι εδώ, φυσικά δεν είσαι. "Δεν ξέρω που είσαι," Λέω δυνατά. Ελπίζω να μην με ακούει κανείς. Φαντάζομαι την καινούργια πρόσθεση στον ιατρικό μου φάκελο: Ο Γουίλ Γκράχαμ αυτή τη στιγμή κάθεται στο δωμάτιό του, μιλώντας στον εαυτό του χαρωπά. Αλλά δεν με ενοχλεί αρκετά για να σταματήσω. Δεν φταίω εγώ, δεν θα έπρεπε να χρειάζομαι να μιλάω στον εαυτό μου. Θα έπρεπε να μιλάω σε εσένα. Αλλά δεν ξέρω που είσαι, πραγματικά δεν ξέρω. Δεν είσαι πουθενά και θα μπορούσες να είσαι οπουδήποτε- την ίδια στιγμή.

"Ακόμη και να ήξερα που είσαι δεν θα τους έλεγα. Δεν θα τους άφηνα να σε πάρουν," Λέω στο σκοτάδι. Το 'Γιατί είσαι δικός μου' δεν το λέω, αλλά αν καθόσουν στην καρέκλα σου θα το άκουγες έτσι κι' αλλιώς. Θα το ήξερες. Πάντα το ήξερες.